Το τιτάνιο διαστημόπλοιο διέσχιζε με χάρη τον αχανή αστροκατακλυσμό του γαλαξία, σελάχι ηλεκτροφόρο σε φεγγοστόλιστο ωκεανό. Ο ψηλόλιγνος άντρας με τη γρυπή μύτη και τα ίσια κατάμαυρα μαλλιά, που πέφτανε σε ακατάστατες μουσκεμένες τούφες στ’ ολόδρωτο μέτωπό του, σήκωσε το κεφάλι κι απόθεσε το βλέμμα στην ολογραφική οθόνη που κάλυπτε τη μπροστινή πλευρά της γέφυρας.

Τα μάτια του ασυναίσθητα ψάξανε να βρουν τη Γη. Ξεφύσησε με μια μελαγχολία στο σκούρο του βλέμμα. Είχανε περάσει πάνω από πενήντα χρόνια που εγκατέλειψαν τον γαλάζιο πλανήτη κι άφησαν πίσω τους τα συντρίμμια μιας κάποτε παγγενήτορος μήτρας που ’χε πια στερέψει για παντοτινά.

Ένα κύμα ενοχής γρονθοκόπησε το ηλιακό του πλέγμα. Πάσκισε να πάρει ανάσα, ξεχνώντας για μια στιγμή πως δεν είχε πια πνευμόνια ούτε κι ανάγκη για οξυγόνο.
1

Δυστυχώς, οι πυρκαγιές αποτελούν το θέμα αιχμής και του φετινού καλοκαιριού. Θα ακούσουμε πολλούς διαξιφισμούς και θα οχλοβοήσουμε γι' άλλη μια φορά, τις αμέσως επόμενες μέρες, σε σχέση με την προστασία και την αποκατάστασή τους. Η λέξη "αναδάσωση" θ' ακουστεί ξανά και ξανά. Σε κάποιες περιπτώσεις θα συμβεί κιόλας. Κι όμως, δεν θα ωφελήσει...

Είναι λοιπόν καλό να γνωρίζουμε κάποια επιστημονικά δεδομένα, που αφορούν ωστόσο όλους μας, τις ζωές και τα σπίτια μας.
3

Το διήγημα δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά από το μπλογκ του κυρίου Νίκου Σαραντάκου, "Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία".

Η εποχή απαιτούσε μιαν εικόνα

του επιταχυνόμενου μορφασμού της

Έζρα Πάουντ

Ήμουν ευτυχισμένος κείνο το βράδυ. Χρόνια είχα να αισθανθώ τέτοια χαρά, τόση ανάταση. Έσφιξα τα δόντια μην τ’ αφήσω να φανεί. Θα ’ταν αντιεπαγγελματικό, άπρεπο αναμφίβολα.
3

Οι μυριόχρωμες στίξεις του Άφραστου:

Οξείες βλεμμάτων, ανάσας βαρείες,

περισπωμένες χαμόγελων αμήχανων,

θαυμαστικά από κόρες διασταλμένες,

κόμματα αναπάντεχων σιωπών,

τελείες παγιωμένων πεποιθήσεων...

Στους στάβλους του Αδιάφορου

–πανώριοι, χρυσοστόλιστοι, στάβλοι βασιλικοί–

ξυστρίζω της φαντασίας μου τα ψωράλογα.

Σεβάσμια σελώνω τις νεκρές ορμές μου,

να καβαλήσει αγέρωχη η Συνήθεια

κι ακίνητη να παρελάσει

σε σημειακές στερεότυπες λεωφόρους.

Πάντοτε ήμουνα τυχεράκιας. Η τύχη μ’ είχε πάρει στο κατόπι. Η μάνα δε βαριότανε να διηγιέται, σε φίλους και συγγενείς, ότι ήρθα στον κόσμο με το κεφάλι τυλιγμένο με σκέπη, όπως ο Μέγας Ναπολέων, σημάδι θείας ευαρέσκειας. Ο πατέρας σχολίαζε στοχαστικά πως να γεννηθεί κανείς με τσίπα τη σήμερον, δε θε να τού βγει σε καλό.

Στο σχολείο με φωνάζανε Γκαστόνε. Δε θέλει και πολύ να χτιστεί ο μύθος. Ο αγέρας έφερνε χαρτονομίσματα στα πόδια μου, ’κει που βάδιζα.
4

Δεν ξέρω τ’ όνομά μου, ούτε αν είχα ποτέ κάποιο. Θάφτηκα ζωντανός στη λήθη των αιώνων. Δεν έχω μορφή. Σαν στέκω μπρος στον καθρέφτη, κοιτάζω μέσα από μάτια ξένα κάποιο πρόσωπο αλλότριο. Άναυδη η γλώσσα μου, σιωπή η φωνή μου.  Δεν ξέρω πού, δεν ξέρω πότε. Πλανήθηκα για αιώνες άχρονους στην Έρημο της Επίγνωσης, σ’ έν’ άσπλαχνο αιώνιο Τώρα.

Μα ξέρω πια καλά ποιος είμαι. Εγώ είμαι Εγώ και τούτο φτάνει.

Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ ένα κάστρο απά στο πιο ψηλό βουνό, ζούσε ένας μουρτζούφλης μάγος που τον έλεγαν Ανσέλμο. Ήτανε σοφός και τετραπέρατος, ήξερε ξόρκια και γητειές όσα κανένας άλλος, ήταν όμως μοναχός και παντέρμος. Μοναδική του παρέα είχε ένα τσούρμο γάτες, που σουλατσάριζαν στο κάστρο.

Ο παππούς του ήτανε αρχιμουσικός του βασιλιά κι όνειρο του Ανσέλμο ήτανε να κατακτήσει κι αυτός μια μέρα την ίδια ζηλευτή θέση.

Δημοσιεύτηκε από το λογοτεχνικό περιοδικό Φράκταλ

Μια φορά κι έναν καιρό, κοντινό ή μακρινό, μέσα σε μια κούτα στη σοφίτα ενός τρανού αρχοντικού, ζούσε ένα παλιό λουλουδάτο ψάθινο καπέλο, με μακριές ροζ κορδέλες, που το έλεγαν Νίνα. Βρισκόταν εκεί εγκαταλειμμένη από χρόνια, ποιος ξέρει πόσα. Κάποια μέρα η πόρτα της σοφίτας άνοιξε τριζοκοπώντας κι ακούστηκαν βήματα να πλησιάζουν. Το καπάκι της κούτας άνοιξε και κάποιος πέταξε μέσα έναν τσίγκινο κουρδιστό παλιάτσο.
1

Μια συνταρακτική έρευνα δημοσιεύτηκε πρόσφατα στην έγκυρη επιστημονική επιθεώρηση BMJ (πρώην The British Medical Journal).
3

Χορεύω απάνω απ’ της ζωής μου τα συντρίμμια

Έκαψα την κουμπάνια μου κι όλα τα υπάρχοντά μου

Πατώντας του ζεϊμπέκικου τα στρουφιχτά τ’ αχνάρια

Κι ίσως τούτο να ‘ναι ευήθειας αλαφράδα

Μπορεί ψυχή βαθιά και μεγαλείο παραφροσύνης

Ποιος έχει τόπο για ορισμούς μπροστά στη χάση

Και ποιος δεκάρα τσακιστή ν’ απλοχερίζει

Πόσοι ευγνώμονες νεκροί χωράν σ’ ένα κιβούρι

Δίσεκτων χρόνων σαρδόνιος μορφασμός

Κακιά σπορά, συγκομιδή μωροφροσύνης

Κορδακισμός το ξόδι μου έξαλλων σαλτιμπάγκων

Γελώ με του εα
Φόρτωση